Το φως που καίει


























                            Γιώργος Γουναρόπουλος


---

Δεν είμ' εγώ σπορά της Τύχης
ο πλαστουργός της νιάς ζωής.
Εγώ μαι τέκνο της Ανάγκης
κι ώριμο τέκνο της οργής.

Δεν κατεβαίνω από τα νέφη,
γιατί δε μ' έστειλε κανείς
Πατέρας, τάχα παρηγόρια
για σένα, σκλάβε, που πονείς.

Ουράνιες δυνάμεις, αγγέλοι,
κρίνα, πουλιά και ψαλμουδιές -
τίποτα ! Εμένα παραστέκουν
οι θυμωμένες σας καρδιές.

Εγώ του καραβιού γοργόνα
στ' ορθόλπλωρο καράβι μπρος.
Απάνω μου σπάνε φουρτούνες
κι άγριος ενάντιά μου καιρός.

Μέσα στο νου και την καρδιά μου
αιώνων φουντώσανε ντροπές
και την παλάμη μου αρματώνουν
με φλογισμένες αστραπές.

Ένας δεν είμαι, μα χιλιάδες !
Όχι μονάχα οι ζωντανοί -
κ' οι πεθαμένοι μ' ακλουθάνε
σε μιαν αράδα σκοτεινή.

Μα κι όσοι αγέννητοι, χιλιάδες
άπλαστοι ακόμα με βλογούν
κι όλοι ακουμπάνε τα σπαθιά τους
απάνω μου και τα λυγούν.

Δε δίνω λέξες παρηγόρια,
δίνω μαχαίρι σ' ολουνούς.
Καθώς το μπήγω μες το χώμα
γίνεται φως, γίνεται νους.

Άκου πως παίρνουν οι αγέρες
χιλιάδων χρόνων τη φωνή !
Μέσα στο λόγο το δικό μου
όλ' η ανθρωπότητα πονεί.

Ω ! πως το παίρνουν οι αγέρες
και πως φωνάζουνε μετά
άβυσσοι μάβροι, τάφοι μάβροι,
ποτάμια γαίματα πηχτά !

Όθε περνά, γκρεμίζει κάτου
σαν το βοριά, σαν το νοτιά
όλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στην ψεφτιά.

Κ' ένα στυλώνει κι ανασταίνει,
το να βασίλειο της Δουλειάς,
(Ειρήνη ! Ειρήνη !) το βασίλειο
της πανανθρώπινης Φιλιάς.


                    Κώστας Βάρναλης

Το φως που καίει, Αθήνα: κέδρος, 1989, σ.σ. 96 - 97















 
---
--
-
Related Posts with Thumbnails